γανωτός

γᾰν-ωτός, ή, όν,
A tinned, polished, lackered,

ἀγγεῖον Aët.12.1

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γανωτός — ή, ό (Μ γανωτός, ή, όν) [γανώ ( όω)] 1. ο στιλπνός, ο γυαλιστερός 2. (για χάλκινα σκεύη) γανωμένος …   Dictionary of Greek

  • γανωτόν — γανωτός tinned masc acc sg γανωτός tinned neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γανωτοί — γανωτός tinned masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γανωτῆς — γανωτός tinned fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γανωτῷ — γανωτός tinned masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γανωτά — γανωτά̱ , γανωτής tinsmith masc nom/voc/acc dual γανωτής tinsmith masc voc sg γανωτής tinsmith masc nom sg (epic) γανωτός tinned neut nom/voc/acc pl γανωτά̱ , γανωτός tinned fem nom/voc/acc dual γανωτά̱ , γανωτός tinned fem nom/voc sg (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γανωτῶν — γανωτής tinsmith masc gen pl γανωτός tinned fem gen pl γανωτός tinned masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γανωτοῦ — γανωτής tinsmith masc gen sg γανωτός tinned masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γανωτήν — γανωτής tinsmith masc acc sg (attic epic ionic) γανωτός tinned fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.